Όταν οι χριστιανοί δεν μπορούν να κάνουν τον κόσμο αυτό Παράδεισο, τότε ας τον εμποδίζουν να γίνει Κόλαση (Ολ. Κλεμάν)  

ΗΜΟΥΝ ΚΙ ΕΓΩ ΕΚΕΙ Στον ανακαινισμό της Ροτόντας του Καΐρου

ΗΜΟΥΝ ΚΙ ΕΓΩ ΕΚΕΙ
Στον ανακαινισμό της Ροτόντας του Καΐρου
(Του Μητροπ. Ἀλεξανδρουπόλεως Ἀνθίμου)





Ἀπὸ τὸν Ἕβρο,
ποὺ τὰ ποτάμια ἑνώνονται
κι ἀνοίγονται στὸ δέλτα,
ἤρθαμε οἱ ἐπίσκοποι ἐκεῖ
ὅπου "παλιὸς θεὸς καὶ δρόμος
καὶ δωρητὴς καὶ δικαστὴς"
φέρνει τὰ σπλάχνα τῆς Ἠπείρου
στὴ Μεσόγειο καὶ προσκαλεῖ
ἀπὸ τὴν πύλη της, σὰν ἄλλος
μακεδόνας, νὰ διαβοῦμε.

Ὁ πρῶτος Πάπας μᾶς προσκάλεσε
τὴ δημιουργική του ἀνάσα
νὰ χαροῦμε, σὰν
τούτη ἔδωσε πνοὴ σὲ κάτι παλαιό,
ὅμως μαζὶ καὶ νέο, ποὺ γεννιέται.
Σὲ φαραωνικοὺς ὀγκόλιθους
εἶχε θρονιάσει ἡ Ρώμη τὴν ἰσχὺ
κι ἔπειτα ἦρθε ἡ Πίστη
ποὺ σκέπασε τὸν πύργο μὲ Ναὸ
ροτόντα στεργιωμένη ἐκεῖ
στὸ ἀγκωνάρι  τῆς ὁμολογίας
τοῦ Τροπαιοφόρου.

Καὶ ἦρθαν,
ἐχθροὶ τοῦ Ναζωραίου,
κύμματα κατακτητῶν
κι ὁ πανδαμάτωρ,
κι ἀμαύρωσαν τὰ πάντα.
Φρυκτωροὶ ὅμως λιγοστοὶ  
τῆς σημασίας τοῦ τόπου
κράτησαν τὰ ξυλιασμένα δάχτυλα
ἀκόμα καὶ χωρὶς τὰ δαχτυλίδια.

Κι ὁ Πατριάρχης,
τὸ ἄπιαστο ὄνειρο
μετέτρεψε σὲ ἀλήθεια,
μὲ ἀνθρώπους ποὺ θυλάκωσαν
τὸν πλοῦτο τους στὴν Πίστη
καὶ τὸν προσέφεραν
λιβάνι στὴ λατρεία.

Καὶ ἔγινε τὸ ὄνειρο ὅραμα
καὶ τὸ ὅραμα ἀλήθεια:
ροτόντα τῆς ἀνατολῆς,
μνημεῖο τῶν πολιτισμῶν,
τῶν θρησκειῶν ἐλπίδα
(τελευταία γιὰ συνύπαρξη),
ἐπίτευγμα τῆς τεχνικῆς,
πορεία χιλιετιῶν
μὰ πιὸ πολύ, (φεῦ, μέχρι τώρα)
ἡ μαρτυρία μιᾶς φυλῆς
ποὺ χάριζε πολιτισμό,
συμβολισμοὺς κι ἐλπίδα.

Ὁ Σταυρός, ὁ Λόγος ὤθησε
αὐτόν, ποὺ ἡ παράδοση
πληθωρικὰ ὀνόμασε
κριτὴ τῆς οἰκουμένης
νά ρθεῖ, ὡς θεῖο δῶρο,
νὰ χαρίζει, νὰ χαρίζεται
σὲ χῶρες, στοὺς λαούς
καὶ στοὺς πολιτισμούς τους.
Ὄχι νὰ κρίνει,
μὰ γιὰ νὰ πλύνει... πόδια,
νὰ σπογγίσει δάκρυα,
νὰ σπείρει ἐλπίδα, χαρά,
καὶ νόημα,
νὰ διαλαλήσει τὸ μήνυμα
μιᾶς ἄλλης βιοτῆς, σ’ αὐτοὺς
ποὺ καὶ ἐτούτη
τοὺς εἶναι ἀφόρητη.

Ὅλοι χάρηκαν, θαύμασαν ὅλοι,
ἐπαίνεσαν, μὰ ὁ Θεόδωρος ὁ Β’
πετοῦσε. Ναί, δὲν πατοῦσε
στὴ ροτόντα τοῦ Καΐρου.
Στροβιλίζονταν στὸ παρελθόν,
τὸ ζοῦσε στὸ παρόν,
τὸ ἔβλεπε ἀπ’ τὸ μέλλον.
Δὲν ἐνοχλοῦνταν μήτε ἀπὸ τὶς φωνὲς
τοῦ μουεζίνη, μήτε ἀπὸ τοὺς ἀνίδεους
περαστικούς, ποὺ χάζευαν ἀνίδεοι
καὶ προσπερνοῦσαν.
Δὲν μετροῦσε τοὺς δικούς του, ἀλλὰ
ὅλους, ὅσους πέρασαν, ὅσους εἶναι,
κι ὅσους θά ρθοῦν αὔριο, ἴσως.
Μετροῦσε, ἔβλεπε, γελοῦσε
καὶ πετοῦσε ὁ Πατριάρχης
στὸν αἰγυπτιακὸ οὐρανό.

Ἦταν ξανά,
ποιμένων ὁ ποιμήν, πατέρων
ὁ πατέρας, ἀρχιερέων ἀρχιερεύς.
Ἦταν ἐκεῖ, νὰ διακονεῖ
μὲ τόσους ἐπισκόπους (ἀδύναμους,
ὅπως ὅλοι μας, στὴν ἐποχή μας),
μὲ τίτλους ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ
μακρυά, πολιτείες παλιὲς ποὺ  
ἄστραψαν κάποτε, ἀποικίες ἀρχαῖες
ποὺ φώτισαν στὰ χρόνια τους σκοτάδια
ἐποχὲς ποὺ στόλισαν γιὰ πάντα
τὸν πολιτισμό, κι ἀκόμα
ἀπὸ σκῆτες, μοναστήρια, ἐπισκοπὲς
ποὺ χάραξαν τὰ ἴχνη τους βαθειά
στὸν ροῦ τῆς Ἐκκλησίας.

Καὶ θυμηθήκαμε, τότε ποὺ ὁ Πάπας
ἔγραφε εἰρηνικὲς ἐπιστολὲς
σ' ὅλης τῆς γῆς τοὺς ἐπισκόπους,
γιὰ πανσέληνο καὶ ἰσημερίες
πρὸς τὸν κοινὸ τῶν χριστιανῶν
ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα.
Γιορτῆς ποὺ ἀνασταίνει
κάθε πεσμένο ἢ νεκρό,
σημάδι ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας,
εὐθύνη ἐξάπαντος μεγάλη
καὶ σήμερα, νὰ βαραίνει
τὸν αὐχένα τοῦ κριτάτου του
γιὰ συμπόρευση τῶν ἀδελφῶν.

Ἀνεβαίνοντας στὸ ἀεροσκάφος
τῆς ἐπιστροφῆς, ἀφήναμε πίσω
ἀδελφοὺς καὶ τὸν λευκὸ Πατέρα
μὲ ἡμερομηνίες, εἰσιτήρια καὶ
πτήσεις γιὰ ὅλη τὴ μαύρη Ἤπειρο.
Ἐκεῖ, νὰ σπείρουν λόγο,
νὰ ὀργώσουν ἔργα, νὰ χτίσουν
Πίστη, ἀρραβωνιάζοντας
συχνὰ ἀλλότριες παραδόσεις,
ὥστε νὰ φτάσει ὁ Χριστὸς σὲ χῶρες
σκυλεμένες ἀπὸ τὴν ἀχορταγιὰ
ἐμπόρων τῶν ἐθνῶν.

Ὅμως, κατατρεγμένοι κάποτε
ἀπὸ τὴν καταφρόνια ἀδελφῶν
τῆς ξέγνοιαστης ἀσφάλειας ἐνοριῶν
καὶ μητροπόλεων νεκρῶν
ἀπὸ ἔμπνευση, χαρὰ καὶ ἐλπίδα.

Συνέχισε τὸν κόπο σου, μακαριώτατε,
Πάπα λαῶν, πολιτισμῶν, καιρῶν,
ἀφοῦ πιὰ ἔζησες στὸ Κάϊρο
αὐτὸ τὸ μέγα θαῦμα
μὴ σὲ σταματᾶ ἐνδοιασμός. Ζεῖ ὁ Θεὸς
καὶ εἶναι δίπλα σου, τὸν εἶδες,
νὰ φωτίζει, νὰ καθοδηγεῖ,
νὰ σοῦ ἀνοίγει δρόμους,
πρωτόγνωρους καὶ νέους.
Τόλμησε,
κάνε πάλι τὸ σταυρό σου
καὶ προχώρα. Μὲ τὸ στρατό σου,
τὰ παιδιά σου, ἐπισκόπους
δίχως ἔπαρση νὰ ὑπηρετοῦν
τὸ λόγο σου, τὸν τρόπο σου,
τὸν τόπο σου καὶ τὸ ὄνειρο,
ὅλο χαρά, ταπείνωση καὶ πίστη.

Μέσῳ τῆς Ιstanbul γυρίσαμε στὸν Ἕβρο.
Ἀπὸ τὴν Πόλη, ποὺ τὸ θαῦμα κορυφώνεται,
στὴ Χώρα μας, ὅπου τὸ θαῦμα σβύνει.
Ὅμως ἡ Πίστη προχωρᾶ κι ὅλο ἀρδεύει
καὶ τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας συνεχίζει
τὸν σταθερό του πλοῦ, κι ἄς σκάζουνε
τὰ κύμματα στὰ πλευρικά τοῦ πλοίου.