Όταν οι χριστιανοί δεν μπορούν να κάνουν τον κόσμο αυτό Παράδεισο, τότε ας τον εμποδίζουν να γίνει Κόλαση (Ολ. Κλεμάν)  

14/10/2016. Ο Μητροπολίτης μας στο Ιάσιο της Ρουμανίας για την πανήγυρη της Θρακιώτισσας Αγίας Παρασκευής της Επιβατινής.

Την Παρασκευή 14 Οκτωβρίου η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την ιερά μνήμη της θρακιώτισσας Οσίας Παρασκευής της Επιβατινής (10ος αιώνας), η οποία ιδιαιτέρως τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρουμανίας, καθώς είναι η προστάτιδα Αγία του λαού της Ρουμανίας, η δε 14η Οκτωβρίου είναι εθνική αργία σε ολόκληρη την Ρουμανία.

Ο Μητροπολίτης μας κ. Άνθιμος, προσεκλήθη και μετέβη στο Ιάσιο (όπου φυλάσσεται το ιερό λείψανο της Οσίας) για τις εορταστικές εκδηλώσεις της μνήμης της Οσίας Παρασκευής, έπειτα από πρόσκληση του Σεβ. Αρχιεπισκόπου Ιασίου, Μητροπολίτου Μολδαβίας και Μπουκοβίνης κ. Θεοφάνους και σχετική άδεια από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. 

Την Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου, τελέστηκε έξω από τον Καθεδρικό Ναό του Ιασίου υπαίθρια Πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία προεξάρχοντος του Μητροπολίτη Λεμεσού κ. Αθανασίου πλαισιούμενος από τον Σεβ. Αρχιεπίσκοπο Ιασίου κ. Θεοφάνη, τον Σεβ. Μητροπολίτη μας κ. Άνθιμο και άλλους Αρχιερείς και χιλιάδες πιστούς που κατέκλυσαν την πλατεία εμπρός από τον Καθεδρικό Ναό.

Να σημειωθεί ότι ο Σεβ. Μητροπολίτης Λεμεσού κ. Αθανάσιος μετέφερε στο Ιάσιο τα ιερά λείψανα του Αγίου Νεόφυτου του Εγκλειστου για να τεθούν σε προσκύνηση.Τα λείψανα του Αγίου Νεόφυτου του Εγκλειστου τοποθετήθηκαν δίπλα από τα λείψανα της Αγία Παρασκευή την Επιβατινής για προσκύνημα και την Τετάρτη το απόγευμα πραγματοποιήθηκε λιτανεία με τα χαριτόβρυτα λείψανα στους δρόμους του Ιασίου. Σε αυτή τη περίοδο αναμένονται 300.000 πιστοί από όλη τη Ρουμανία για να προσευχηθούν και να προσκυνήσουν τα τίμια λείψανα του Κύπριου αγίου και της αγίας Παρασκευή της Επιβατινής.

Βίος Αγίας Παρασκευής της Επιβατινής
Η οσία Παρασκευή γεννήθηκε στους Επιβάτες, παραθαλάσσια κωμόπολη της Προποντίδας της Θράκης, στις αρχές του 10ου αιώνα. Ήταν κατά σάρκα αδελφή του αγίου Ευθυμίου της Μαδύτου, και καταγόταν από την βυζαντινή οικογένεια Ρετσέλη. Από μικρή ηλικία, ακολουθώντας το κάλεσμα του Ευαγγελίου, έκανε φιλανθρωπίες ανταλλάσσοντας τα ενδύματά της με τα σκισμένα ενδύματα ζητιάνων, ενώ κάποια άλλη στιγμή, μη μπορώντας να βοηθήσει διαφορετικά κάποια ζητιάνα που βρέθηκε στο δρόμο της, της έδωσε τον χρυσό σταυρό της. Η ομορφιά και η καλοσύνη της προσκάλεσαν το ενδιαφέρον πολλών επιφανών και πλουσίων νέων, οι οποίοι τη ζητούσαν σε γάμο, αλλά εκείνη απέρριπτε όλα τα προξενιά. Προκειμένου να αποφύγει τον γάμο, εγκατέλειψε το σπίτι της, φεύγοντας για την Κωνσταντινούπολη, και μετά από προσκύνημα στα μοναστήρια και τις εκκλησίες, έφτασε με τα πόδια μέχρι την Ηράκλεια του Πόντου, ούτως ώστε να την χάσουν οι γονείς της. Στην Ηράκλεια έμεινε για μικρό χρονικό διάστημα, και κατόπιν επιβιβάστηκε σε πλοίο με προορισμό την Ιερουσαλήμ. Αφού προσκύνησε τα σημεία απ’ όπου πέρασε ο Ιησούς Χριστός, μπήκε σε ένα γυναικείο μοναστήρι, όπου έλαβε και την μοναχική κουρά. Μετά από κάποια χρόνια εγκατέλειψε το μοναστήρι για να ζήσει ασκητικό βίο.

Στην έρημο παρέμεινε επί πέντε χρόνια με νηστεία και προσευχή, παρακαλώντας τον Θεό να συγχωρέσει τις αμαρτίες της. Κάποια ημέρα της παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου, ο οποίος την πρόσταξε να εγκαταλείψει την έρημο και να επιστρέψει στην γενέτειρά της. Έφτασε στο λιμάνι της Ιόππης (σημερινή ονομασία Γιάφα), απ’ όπου ξεκίνησε για τους Επιβάτες. Όταν έφτασε στους Επιβάτες, η όψη της είχε αλλοιωθεί τόσο πολύ από τις ταλαιπωρίες της ερήμου, ώστε δεν την αναγνώρισε κανένας. Αφού προσκύνησε τους τάφους των γονέων της, ξεκίνησε με τα πόδια για την Κωνσταντινούπολη, όπου και προσκύνησε σε διάφορα μοναστήρια και εκκλησίες. Από την Βασιλεύουσα ξεκίνησε να επιστρέψει στους Επιβάτες αλλά σταμάτησε στην Καλλικράτεια, όπου και έμεινε σε ένα παράπηγμα δίπλα στο ναό των Αγίων Αποστόλων, διακονώντας την εκκλησία.

Έτσι παρέμεινε επί δύο χρόνια. Κάποια ημέρα αισθάνθηκε ένα μικρό πόνο στο κεφάλι και παρέδωσε το πνεύμα της ειρηνικά σε ηλικία 27 ετών. Στην Καλλικράτεια το σκήνωμα της Οσίας Παρασκευής θαυματουργούσε τόσο, ώστε η φήμη της ξεπέρασε γρήγορα τα Βαλκάνια και έφτασε μέχρι και τη Ρωσία. Κατά το 1238, ο Τσάρος των Βουλγάρων Ασάν Β΄, έπεισε τους Λατίνους (που κατείχαν τότε την Κωνσταντινούπολη) να του δώσουν το σκήνωμα, το οποίο πήρε το δρόμο για το Τύρνοβο της Βουλγαρίας. Εκεί παρέμεινε μέχρι το 1389, οπότε και μεταφέρθηκε στο Βελιγράδι.

Μετά την πτώση της Σερβικής πρωτεύουσας στα χέρια των Τούρκων το 1521, ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής μετέφερε το σκήνωμα στην Κωνσταντινούπολη, αναγκάζοντας το Πατριαρχείο να το αγοράσει έναντι 12.000 χρυσών δουκάτων, μαζί με έναν βραχίονα της Αγίας Αικατερίνης και μιας εικόνας της Θεοτόκου. Έτσι το σκήνωμα βρέθηκε στον Πατριαρχικό ναό, μέχρι το 1641, όταν παρουσιάστηκε ο Ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας Βασίλειος Λούπου και το ζήτησε ως αντάλλαγμα, της πληρωμής όλων των χρεών του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Αφού λοιπόν η Ιερά Σύνοδος αναγκάστηκε να συμφωνήσει, το σκήνωμα πήρε με άκρα μυστικότητα το δρόμο για το Ιάσιο της Ρουμανίας, όπου και βρίσκεται μέχρι σήμερα. Από τότε θεωρείται η Πολιούχος όλης της Ρουμανίας και η ημέρα της γιορτής της είναι εθνική αργία.